O Λούντβιχ φον Μίζες ήταν ένας μάλλον ευερέθιστος Αυστριακός οικονομολόγος, όμως δεν ήταν η προσωπικότητά του ο λόγος που είχε τόσους πολλούς εχθρούς μεταξύ των ορθόδοξων οικονομολόγων. Ο λόγος ήταν το γεγονός ότι αμφισβήτησε όλα όσα εκείνοι πιστεύαν. Κατ’ αρχάς, ο Μίζες πίστευε ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν επίδοξοι φυσικοί. Ζήλευαν το τρόπο με τον οποίο οι φυσικοί μπορούσαν να καταλάβουν και να προβλέψουν τον κόσμο και ήθελαν να μπορούν να κάνουν το ίδιο. Όμως η οικονομική ζωή δεν είναι μηχανική – είναι ανθρώπινη. Και η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι διαβόητα δύσκολο να κατανοηθεί και να προβλεφθεί. Συχνά μάλιστα είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ακόμη και τις δικές του δράσεις. Πόσες φορές δεν μπήκατε σε κάποιο καφέ χωρίς να ξέρετε τι ακριβώς θέλετε μέχρι να μελετήσετε το μενού; Ποτέ δεν ξέρουμε πώς θα αντιδράσουμε στις επιλογές της ζωής μέχρι να χρειαστεί να τις αντιμετωπίσουμε. Η αντίδρασή μας εξαρτάται από τις αξίες μας και τα συναισθήματά μας. Τα οικονομικά υποτίθεται ότι αφορούν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις. Κανείς οικονομολόγος όμως δεν μπορεί να ξέρει το πώς εσείς ή εκατομμύρια άνθρωποι σαν κι εσάς θα αντιδράσουν και θα αποφασίσουν στην οποιαδήποτε συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό εξαρτάται από τις αξίες σας, που είναι βαθιά προσωπικές. Η αξία μοιάζει με την ομορφιά – βρίσκεται στο βλέμμα του παρατηρητή. Ένας καπουτσίνο αξίζει περισσότερο από έναν λάττε; Κάποιοι το πιστεύουν, κάποιοι άλλοι όχι. Η αξία δεν ενυπάρχει στα πράγματα, αλλά στο πώς σκεφτομαστε για τα πράγματα. Και αν δεν κατανοείτε οτι τα οικονομικά αφορούν βαθιά προσωπικές επιλογές που δεν μπορούν να μετρηθούν επιστημονικώς, δεν θα τα κατανοήσετε ποτέ. Μια ακόμη διαφωνία του Μίζες με τους ορθόδοξους οικονομολόγους, ήταν η κατανόηση των κύκλων της οικονομικής άνθησης και της κρίσης. Κάτι ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα. Το 1925, ο Μίζες μαζί με τον συνάδελφό του Φρίντριχ Χάγιεκ ίδρυσαν ένα ινστιτούτο για τη μελέτη αυτών των οικονομικών κύκλων. Ήταν μια εποχή που οι περισσότεροι οικονομολόγοι καλωσόριζαν με ενθουσιασμό την οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1920, όμως ο Μίζες και ο Χάγιεκ ήξεραν ότι κάτι πάει στραβά. Και τέσσερα χρόνια μετά, η Wall Street κατέρρευσε και ξεκίνησε η Μεγάλη Ύφεση. Αιτία αυτών των οικονομικών κύκλων δεν είναι οι άπληστοι τραπεζίτες ή η απουσία ρύθμιστικών μέτρων, αλλά οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι πολιτικοί που προσπαθούν να κρατήσουν τα επιτόκια υπερβολικά χαμηλά.
Τα χαμηλά επιτόκια ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να δανειστούν, να χτίσουν εγκαταστάσεις, να επεκταθούν και να προσλάβουν. Kαι όντως, για ένα διάστημα η οικονομία αναπτυσσόταν – αλλά μόνο για ένα διάστημα. Τα ίδια αυτά χαμηλά επιτόκια αποθαρρύνουν την αποταμίευση. Η ροή των αποταμιεύσεων στερεύει και οι τράπεζες δεν έχουν πλέον τόσα πολλά χρήματα να δανείσουν. Ξαφνικά όλα αυτά τα σπουδαία επενδυτικά σχέδια δεν φαίνονται πλέον τόσο έξυπνα. Και τα σχέδια αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν τόσο εύκολα όσο υπονοούν οι οικονομολόγοι στα εγχειρίδιά τους. Δεν μπορείς να πάρεις ένα νέο εργοστάσιο αυτοκινήτων και να το χρησιμοποιήσεις για να κατασκευάζεις ποδήλατα. Όταν ξεσπά η κρίση τα περιουσιακά σου στοιχεία χάνουν την αξία τους, το χρήμα σου χαραμίζεται, οι εργαζόμενοί σου χάνουν τη δουλειά τους. Γιατί λοιπόν τότε να μην χρησιμοποιήσουμε κρατικές δαπάνες για να προσπαθήσουμε να αναζωογονήσουμε την οικονομία; Για τον Μίζες, αυτό είναι το αντίστοιχο του να προσπαθήσουμε να κάνουμε έναν πονοκέφαλο από μεθύσι να περάσει πίνοντας κι άλλο. Το πρόβλημα ήταν η φούσκα, και το σκάσιμό της είναι ο αναπόφευκτος πονοκέφαλος. Κι αν θέλουμε να αποφύγουμε οικονομικούς πονοκεφάλους, το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποφύγουμε κατ’ αρχάς τις πιστωτικές κραιπάλες. Ο τρίτος λόγος που ο Μίζες ενοχλούσε τους ορθόδοξους οικονομολόγους είναι το γεγονός ότι αμφισβήτησε την πεποίθησή τους ότι η οικονομία μπορεί να σχεδιαστεί ορθολογικά. Σκεφτείτε το. Τι να παραγάγουμε, λάδι ή κρασί; Και τα δύο χρειάζονται γη, εργασία, μπουκάλια, μεταφορά πολλά πολλά ακόμη. Και στο μεταξύ, εκατομμύρια άλλα προϊόντα θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για ακριβώς τους ίδιους πόρους. Πώς μπορεί κάποιος να επιλέξει ορθολογικά ποια προϊόντα και διαδικασίες θα ακολουθήσουμε; Η καπιταλιστική οικονομία όμως υπολογίζει πολύ εύκολα μέσω των τιμών. Οι τιμές αντανακλούν το πού αποδίδουν αξία οι άνθρωποι, και κατευθύνουν τους πόρους στις χρήσεις με τη μεγαλύτερη αξία.

 

Απο το LearnLiberty.gr

1