Η lex mercatoria ή Law Merchant αναπτύχθηκε κατά τον μεσαίωνα από τους ευρωπαίους εμπόρους και αποτελούσε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο εθιμικών κανόνων και βέλτιστων πρακτικών που είχαν καταξιωθεί στις συναλλαγές. Μπορεί να μην είχε δηλαδή μια θεσμική βάση σε συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο, αλλά το ζητούμενο ήταν η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του, και κάτι ακόμα, το οποίο καμία θεσμική διαδικασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ως προς το βαθμό κανονιστικότητας: ήταν γνωστό σε όλους τους εμπλεκόμενους. Η ευρύτατη γνώση του κανόνα (η “γενική κοινοποίηση”, κατά Καντ) είναι στην πραγματικότητα μια μήτρα κανονιστικότητας πολύ πιο ισχυρή από την νομιμοποίηση μέσω της θεσμικής διαδικασίας. Άλλωστε και οι νομοπαραγωγικοί θεσμοί, με όλο το τελετουργικό που ακολουθούν, αυτό επιδιώκουν: η θέσπιση των νόμων να γίνεται όσο το δυνατόν πιο δημόσια, ώστε ουδείς να μπορεί να επικαλεστεί άγνοια δικαίου. Η δημοσιότητα είναι το imperium του νομοθέτη.

Αρχικά η lex mercatoria ήταν ένα σύνολο κανόνων και αρχών που ακολουθούσαν οι ίδιοι οι έμποροι, για να ρυθμίσουν τις συμφωνίες τους. Σε αυτό τους οδηγησε η ανάγκη για γρήγορη επίλυση των διαφωνιών: οι νομικές επιπλοκές και καθυστερήσεις δεν είναι ακριβώς ένας παράγοντας ανάπτυξης και προαγωγής του εμπορίου. Έτσι οι έμποροι επέλεγαν οι ίδιοι τους δικαστές για να εφαρμόσουν την lex mercatoria κατά την επίλυση των διαφορών τους, αποφεύγοντας τα κρατικά δικαστήρια που θα εφάρμοζαν το εθνικό δίκαιο.

Οι Άγγλοι δικαστές, οι οποίοι πάντοτε λειτουργούσαν δικαιοπαραγωγικά, αναζητώντας περισσότερο την ανάγκη εξυπηρέτησης των συναλλαγών, και λιγότερο την θεσμική έδραση των κανόνων – όπως οι ηπειρώτες συναδελφοί τους- από το 1608 κήρυξαν την lex mercatoria ως μέρος του εφαρμοστέου δικαίου.
(H βάση του Αγγλικού δικαίου δε στηρίζεται στην εξουσία του νομοθέτη, αλλά στη νομολογία. Ενώ αποστολή των Ελλήνων π.χ. δικαστών είναι η ερμηνεία του νόμου, που έχει τεθεί από άλλα όργανα, και η απονομή δικαιοσύνης, οι δικαστές του Αγγλικού δικαίου καλούνται να δημιουργήσουν δικαικούς κανόνες, απονέμοντας κάθε φορά δικαιοσύνη, κι αυτό λόγω της δεσμευτικής δύναμης του δικαστικού προηγούμενου.)
Έτσι το αγγλικό κοινοδίκαιο (common law) έγινε το πρώτο κανονιστικό σύνολο που περιείχε αυτούσιες τις βέλτιστες εμπορικές πρακτικές και τα έθιμα που είχαν αναπτύξει οι έμποροι. Προσθέστε σε αυτό τα 400 χρόνια δικαστικών αποφάσεων που ακολούθησαν αυτή τη διακήρυξη, σε ένα σύστημα δικαιοσύνης που σέβεται ευλαβικά τα δικαστικά προηγούμενα, κι έχετε τον πιο λειτουργικό κώδικα παγκοσμίως για την επίλυση των εμπορικών διαφορών.

Η αυτορρύθμιση των εμπόρων μέσω της εθελοντικής σύμβασης και των εξελιγμένων επιχειρηματικών πρακτικών θα πρέπει να υπερισχύει έναντι των κυβερνητικών ή νομικών ρυθμίσεων.
Ας αφήσουμε την αγορά να ανακαλύψει τους νόμους και όχι να τους ορίζουν αυθαίρετα οι πολιτικοί και οι σφραγιδόκωλοι.

Ο D. Friedman έχει πεί:
“Εφόσον το κράτος είναι ανίκανο να παράξει τρόφιμα, αυτοκίνητα κ.λ.π. πως είναι δυνατόν να περιμένουμε να κάνει καλή δουλειά στην παραγωγή νομικού πλαισίου εντός του οποίου θα υπόκειται η παραγωγή τροφίμων, αυτοκινήτων κ.λ.π ” ?

0